Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
centripetal
01
κεντρομόλος, κατευθυνόμενος προς το κέντρο
moving, directed, or acting toward a central point or axis
Παραδείγματα
The storm 's winds spiraled in a centripetal motion toward the eye.
Οι άνεμοι της καταιγίδας περιστρέφονταν σε κεντρομόλο κίνηση προς το μάτι.
02
κεντρομόλος, αφερέντικος
describing sensory pathways that carry signals from the body toward the brain or spinal cord
Παραδείγματα
Centripetal transmission is essential for balance and spatial awareness.
Η κεντρομόλος μετάδοση είναι απαραίτητη για την ισορροπία και τη χωρική επίγνωση.
03
κεντρομόλος, ενοποιητικός
bringing different parts together into a cohesive whole
Παραδείγματα
Art often acts as a centripetal element in cultural identity.
Η τέχνη συχνά λειτουργεί ως κεντρομόλος στοιχείο στην πολιτισμική ταυτότητα.



























