Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cavetto
01
καβέττο, κοίλο προφίλ
a concave molding or profile with a curved shape, resembling a segment of a circle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cavettos



























