Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
catty
01
κακόβουλος, μοχθηρός
showing spite, malice, or subtly mean behavior, often in social interactions
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
cattiest
συγκριτικός βαθμός
cattier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, social, personality
Παραδείγματα
She made a catty remark about her coworker's outfit.
Έκανε ένα κακόβουλο σχόλιο για το ντύσιμο της συναδέλφου της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cattiness
catty
cat



























