Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Advantage
01
πλεονέκτημα
a condition that causes a person or thing to be more successful compared to others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
advantages
Παραδείγματα
His experience in digital marketing gave him a significant advantage over other job applicants.
Η εμπειρία του στο ψηφιακό μάρκετινγκ του έδωσε ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι άλλων υποψηφίων για θέσεις εργασίας.
02
πλεονέκτημα, όφελος
a benefit or gain resulting from something
03
πλεονέκτημα, όφελος
the point in tennis scored after a tie, giving the player a chance to win the game with the next point
Παραδείγματα
She had the advantage and needed one more point to win.
Είχε το πλεονέκτημα και χρειαζόταν ένα ακόμη πόντο για να κερδίσει.
to advantage
01
προικίζω με πλεονέκτημα, ευνοώ
give an advantage to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
advantage
γ΄ ενικό πρόσωπο
advantages
ενεστώτα μετοχή
advantaging
απλός αόριστος
advantaged
παθητική μετοχή
advantaged
Λεξικό Δέντρο
advantageous
disadvantage
advantage



























