Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
advancing
01
προοδευτικός, σε εξέλιξη
moving steadily toward growth, development, or a better state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most advancing
συγκριτικός βαθμός
more advancing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The advancing technology simplifies everyday tasks.
Η προοδευτική τεχνολογία απλοποιεί τις καθημερινές εργασίες.
Λεξικό Δέντρο
advancing
advance



























