Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
advancing
01
προοδευτικός, σε εξέλιξη
moving steadily toward growth, development, or a better state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most advancing
συγκριτικός βαθμός
more advancing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
development, progress, economy
Παραδείγματα
The advancing economy brought opportunities to the region.
Η προοδευτική οικονομία έφερε ευκαιρίες στην περιοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
advancing
advance



























