advancing
Pronunciation
/ədˈvænsɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "advancing"στα αγγλικά

01

προοδευτικός, σε εξέλιξη

moving steadily toward growth, development, or a better state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most advancing
συγκριτικός βαθμός
more advancing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The advancing technology simplifies everyday tasks.
Η προοδευτική τεχνολογία απλοποιεί τις καθημερινές εργασίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store