Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to catnap
01
κοιμάμαι για λίγο, λαγοκοιμάμαι
to take a short and light nap, typically lasting only a few minutes
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
catnap
γ΄ ενικό πρόσωπο
catnaps
ενεστώτα μετοχή
catnapping
απλός αόριστος
catnapped
παθητική μετοχή
catnapped
Παραδείγματα
He catnapped for a few minutes before the important meeting.
Έκανε ένα κοιμητάκι για λίγα λεπτά πριν από τη σημαντική συνάντηση.
Catnap
01
υπνάκος, λαγοκοιμηματάκι
sleeping for a short period of time (usually not in bed)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
catnaps
Λεξικό Δέντρο
catnap
cat
nap



























