Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Catholicism
01
καθολικισμός, η καθολική πίστη
the faith and practices associated with the branch of Christianity led by the Pope, including rituals, and moral teachings followed by its members
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Maria was raised in a household that embraced Catholicism, attending Mass every Sunday and participating in sacraments.
Η Μαρία μεγάλωσε σε ένα νοικοκυριό που αγκάλιαζε τον καθολικισμό, παρακολουθώντας λειτουργία κάθε Κυριακή και συμμετέχοντας στα μυστήρια.



























