Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Category
01
κατηγορία
a group of items that share a common feature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
categories
Παραδείγματα
The movies are divided into categories like action, comedy, and drama.
Οι ταινίες χωρίζονται σε κατηγορίες όπως δράση, κωμωδία και δράμα.
02
κατηγορία, ταξινόμηση
a broad conceptual classification used to organize knowledge, ideas, or philosophical concepts
Παραδείγματα
Kant's theory of knowledge includes twelve categories that shape human understanding.
Η θεωρία της γνώσης του Καντ περιλαμβάνει δώδεκα κατηγορίες που διαμορφώνουν την ανθρώπινη κατανόηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
categorial
categoric
categorize
category



























