catechism
ca
ˈkæ
και
te
τι
chi
κι
sm
zəm
ζαμ

Ορισμός και σημασία του "catechism"στα αγγλικά

01

κατήχηση

a religious manual typically presented in a question-and-answer format for the purpose of teaching 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
catechisms
Παραδείγματα
The catechism taught us the basic beliefs of our religion. 

Το κατήχηση μας δίδαξε τις βασικές πεποιθήσεις της θρησκείας μας.

02

ανάκριση, σειρά αυστηρών ερωτήσεων

a structured series of questions posed to an individual, often a public figure, to probe their beliefs, policies, or reasoning 
Παραδείγματα
The candidate faced a sharp catechism from the press. 

Ο υποψήφιος αντιμετώπισε έναν αιχμηρό κατηχισμό από τον τύπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

catechismal
catechism
catech
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store