Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Case study
01
μελέτη περίπτωσης, περίπτωση μελέτης
a recorded analysis of a person, group, event or situation over a length of time
Παραδείγματα
The environmentalist conducted a case study on the effects of deforestation on local wildlife populations.
Ο περιβαλλοντολόγος διεξήγαγε μια μελέτη περίπτωσης σχετικά με τις επιπτώσεις της αποψίλωσης των δασών στους τοπικούς πληθυσμούς άγριας ζωής.
02
μελέτη περίπτωσης, ανάλυση περίπτωσης
a thorough investigation of an organization or social unit to identify factors contributing to its success or failure
Παραδείγματα
The course required a case study of a local nonprofit.
Το μάθημα απαιτούσε μια μελέτη περίπτωσης μιας τοπικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης.



























