to cascade
cas
ˈkæs
kās
cade
keɪd
keid
clichedmislaidprepaidcrusade

Ορισμός και σημασία του "cascade"στα αγγλικά

to cascade
01

καταρρέω, ρέω σαν καταρράκτης

to flow down rapidly and in large quantities 
Intransitive: to cascade somewhere
to cascade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
cascade
γ΄ ενικό πρόσωπο
cascades
ενεστώτα μετοχή
cascading
απλός αόριστος
cascaded
παθητική μετοχή
cascaded
Παραδείγματα
Water cascaded down the waterfall, creating a mesmerizing sight. 

Το νερό καταρρακώθηκε από το καταρράκτη, δημιουργώντας μια μαγευτική θέα.

02

καταρρέω, τοποθετώ σε σειρά

to arrange a series of objects or devices so that they are in a sequence or flow one after another 
Transitive: to cascade items
Παραδείγματα
The engineer cascaded the components in a sequence to ensure smooth operation. 

Ο μηχανικός κατέταξε τα στοιχεία σε μια ακολουθία για να διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία.

01

καταρράκτης

a small steep waterfall, usually one of several others 
cascade definition and meaning
Παραδείγματα
The hikers stopped to admire the beautiful cascade in the forest. 

Οι πεζοπόροι σταμάτησαν για να θαυμάσουν την όμορφη καταρράκτη στο δάσος.

02

καταρράκτης, ρεύμα

a large, continuous flow or outpouring of something, such as light, hair, or even emotions, falling or spreading downward in abundance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cascades
Παραδείγματα
Her hair fell in a golden cascade over her shoulders. 

Τα μαλλιά της έπεφταν σε μια χρυσή καταρράκτη στους ώμους της.

03

καταρράκτης, αλυσιδωτή αντίδραση

a sequence of connected events, processes, or systems in which one triggers or depends on the next 
Παραδείγματα
The network failure caused a cascade of system errors. 

Η βλάβη του δικτύου προκάλεσε μια καταρράκτη σφαλμάτων του συστήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store