Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cascade
01
καταρρέω, ρέω σαν καταρράκτης
to flow down rapidly and in large quantities
Intransitive: to cascade somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
cascade
γ΄ ενικό πρόσωπο
cascades
ενεστώτα μετοχή
cascading
απλός αόριστος
cascaded
παθητική μετοχή
cascaded
Παραδείγματα
Sand cascaded down the dune as the wind blew across the desert.
Η άμμος κατέρρευσε κάτω από την αμμόλοφο καθώς ο άνεμος έπνεε πάνω από την έρημο.
02
καταρρέω, τοποθετώ σε σειρά
to arrange a series of objects or devices so that they are in a sequence or flow one after another
Transitive: to cascade items
Παραδείγματα
The books were cascaded neatly on the shelf by size and genre.
Τα βιβλία ήταν καταρράκτη τακτοποιημένα στο ράφι ανά μέγεθος και είδος.
Cascade
01
καταρράκτης
a small steep waterfall, usually one of several others
Παραδείγματα
The guidebook highlighted a famous cascade as a must-see attraction.
Ο οδηγός επισήμανε ένα διάσημο καταρράκτη ως αξιοθέατο που πρέπει να δει κανείς.
02
καταρράκτης, ρεύμα
a large, continuous flow or outpouring of something, such as light, hair, or even emotions, falling or spreading downward in abundance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cascades
Παραδείγματα
A cascade of documents spilled from the folder.
Μια καταρράκτη εγγράφων χύθηκε από το φάκελο.
03
καταρράκτης, αλυσιδωτή αντίδραση
a sequence of connected events, processes, or systems in which one triggers or depends on the next
Παραδείγματα
Power outages often result from a cascade of minor faults.
Οι διακοπές ρεύματος προκύπτουν συχνά από μια καταρράκτη μικρών βλαβών.



























