Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cartridge holder
01
κράτημα φυσίγγων, γεμιστήρας
a metal frame or container holding cartridges; can be inserted into an automatic gun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cartridge holders



























