cartroad
cart
ˈkɑ:t
kaat
road
rəʊd
rewd
cartload

Ορισμός και σημασία του "cartroad"στα αγγλικά

01

δρόμος αμαξών, τραχύς δρόμος

any road or path affording passage especially a rough one 
cartroad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cartroads
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store