carfare
car
ˈkɑ:
kaa
fare
fɛə
feē

Ορισμός και σημασία του "carfare"στα αγγλικά

01

ναύλος λεωφορείου ή τραμ, τιμή εισιτηρίου δημόσιας συγκοινωνίας

the fare charged for riding a bus or streetcar 
carfare definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
carfares

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

carfare

car

+

fare

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store