Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carfare
01
ναύλος λεωφορείου ή τραμ, τιμή εισιτηρίου δημόσιας συγκοινωνίας
the fare charged for riding a bus or streetcar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carfares
Λεξικό Δέντρο
carfare
car
fare



























