carhop
car
ˈkɑ:
kaa
hop
hɒp
hop

Ορισμός και σημασία του "carhop"στα αγγλικά

01

σερβιτόρος/σερβιτόρα σε πάρκινγκ εστιατορίου, carhop

a waiter or waitress who serves food to customers in parked cars at a drive-in restaurant 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
carhops
αρσενικό ενικό
carhop
θηλυκό ενικό
carhop
neutral form
server
Παραδείγματα
Customers enjoyed the convenience of having their orders brought to their cars by the friendly carhops. 

Οι πελάτες απολάμβαναν την ευκολία της παράδοσης των παραγγελιών τους στα αυτοκίνητά τους από τους φιλικούς carhops.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

carhop

car

+

hop

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store