to caress
ca
ress
ˈrɛs
res
carelesscress

Ορισμός και σημασία του "caress"στα αγγλικά

to caress
01

χαϊδεύω, αγγίζω με αγάπη

to touch in a gentle and loving way 
Transitive: to caress sth
to caress definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caress
γ΄ ενικό πρόσωπο
caresses
ενεστώτα μετοχή
caressing
απλός αόριστος
caressed
παθητική μετοχή
caressed
Παραδείγματα
He reached out to caress her cheek, expressing his love. 

Έτεινε το χέρι του για να χαϊδέψει το μάγουλό της, εκφράζοντας την αγάπη του.

01

χάδι, τρυφερό χάδι

a gentle affectionate stroking (or something resembling it) 
caress definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caresses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store