Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to caress
01
χαϊδεύω, αγγίζω με αγάπη
to touch in a gentle and loving way
Transitive: to caress sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caress
γ΄ ενικό πρόσωπο
caresses
ενεστώτα μετοχή
caressing
απλός αόριστος
caressed
παθητική μετοχή
caressed
Παραδείγματα
He reached out to caress her cheek, expressing his love.
Έτεινε το χέρι του για να χαϊδέψει το μάγουλό της, εκφράζοντας την αγάπη του.
Caress
01
χάδι, τρυφερό χάδι
a gentle affectionate stroking (or something resembling it)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caresses
Λεξικό Δέντρο
caressing
caress



























