Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
carefree
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most carefree
συγκριτικός βαθμός
more carefree
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They spent a carefree summer traveling across Europe.
Πέρασαν ένα ανέμελο καλοκαίρι ταξιδεύοντας στην Ευρώπη.
02
ανέμελος, χαρούμενα ανεύθυνος
cheerfully irresponsible
Λεξικό Δέντρο
carefreeness
carefree
care
free



























