carefree
Pronunciation
/ˈkɛɹˌfɹi/

Ορισμός και σημασία του "carefree"στα αγγλικά

01

ανέμελος, χωρίς ανησυχίες

having a relaxed, worry-free nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most carefree
συγκριτικός βαθμός
more carefree
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They spent a carefree summer traveling across Europe.
Πέρασαν ένα ανέμελο καλοκαίρι ταξιδεύοντας στην Ευρώπη.
02

ανέμελος, χαρούμενα ανεύθυνος

cheerfully irresponsible

Λεξικό Δέντρο

carefreeness
carefree

care

+

free

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store