Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to careen
01
Το αυτοκίνητο γλίστρησε στην στροφή, παραλίγο να χτυπήσει το κιγκλίδωμα.
to move rapidly and erratically, often with a lack of control
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
careen
γ΄ ενικό πρόσωπο
careens
ενεστώτα μετοχή
careening
απλός αόριστος
careened
παθητική μετοχή
careened
Παραδείγματα
The car careened around the corner, narrowly missing the guardrail.
Το αυτοκίνητο γλίστρησε στη στροφή, παραμερίζοντας οριακά το κιγκλίδωμα.
02
Το πλοίο κλίνει απότομα καθώς περιστρέφεται γύρω από το βραχώδες ακρωτήριο., Η βάρκα κλίνει επικίνδυνα λόγω των κυμάτων.
(of a ship) to lean over to one side, especially due to wind, waves, or imbalance
Παραδείγματα
The vessel careened sharply as it rounded the rocky cape.
Το πλοίο έρριξε απότομα καθώς περιέστρεφε το βραχώδες ακρωτήριο.
Careen
01
καρένιασμα, κλίση πλοίου
the act or process of turning a ship on its side for cleaning, repair, or maintenance of the hull
παρωχημένο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
careens
Παραδείγματα
The crew prepared for a full careen to scrape barnacles from the hull.
Το πλήρωμα προετοίμασε μια πλήρη κλίση για να ξύσει τα μπαλανίδια από την πλώρη.



























