Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
carefree
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most carefree
συγκριτικός βαθμός
more carefree
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mood, personality, behavior
Παραδείγματα
She walked through the park with a carefree smile.
Περπάτησε στο πάρκο με ένα ανέμελο χαμόγελο.
02
ανέμελος, χαρούμενα ανεύθυνος
cheerfully irresponsible
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
carefreeness
carefree
care
free



























