career
ca
reer
ˈərɪ
ēri
carvercarpercartercarer

Ορισμός και σημασία του "career"στα αγγλικά

01

καριέρα, επάγγελμα

a profession or a series of professions that one can do for a long period of one's life 
career definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
careers
Παραδείγματα
She's pursuing a career in medicine and hopes to become a doctor. 

Ακολουθεί μια καριέρα στην ιατρική και ελπίζει να γίνει γιατρός.

02

καριέρα

the general progression of your working or professional life 
to career
01

ορμώ, επιτίθεμαι

move headlong at high speed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
career
γ΄ ενικό πρόσωπο
careers
ενεστώτα μετοχή
careering
απλός αόριστος
careered
παθητική μετοχή
careered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store