Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cardboard
01
χαρτόνι, χονδρό χαρτί
a thick and stiff type of paper material that is often used for packaging and making boxes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They recycled the old cardboard after unpacking the shipment.
Ανακύκλωσαν το παλιό χαρτόνι μετά το ξεπακετάρισμα της αποστολής.
cardboard
01
επιφανειακός, τεχνητός
lacking substance, depth, or authenticity; superficial and unconvincing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cardboard
συγκριτικός βαθμός
more cardboard
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company ’s marketing campaign was criticized for being cardboard and unconvincing.
Η διαφημιστική καμπάνια της εταιρείας επικρίθηκε για το ότι ήταν επιφανειακή και μη πειστική.
Λεξικό Δέντρο
cardboard
card
board



























