cardiac
car
ˈkɑ:
kaa
diac
diæk
diāk

Ορισμός και σημασία του "cardiac"στα αγγλικά

01

καρδιακός

related to the heart 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Cardiac arrest is a sudden loss of heart function, leading to the cessation of blood circulation. 

Η καρδιακή ανακοπή είναι μια ξαφνική απώλεια της καρδιακής λειτουργίας, που οδηγεί στη διακοπή της κυκλοφορίας του αίματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store