cardboard
card
ˈkɑ:d
kaad
board
bɔ:d
bawd
hardboard

Ορισμός και σημασία του "cardboard"στα αγγλικά

01

χαρτόνι, χονδρό χαρτί

a thick and stiff type of paper material that is often used for packaging and making boxes 
cardboard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She carefully packed the fragile items in a sturdy cardboard box. 

Συσκεύασε προσεκτικά τα εύθραυστα αντικείμενα σε ένα στέρεο κουτί από χαρτόνι.

01

επιφανειακός, τεχνητός

lacking substance, depth, or authenticity; superficial and unconvincing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cardboard
συγκριτικός βαθμός
more cardboard
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
characterization, evaluation, art
Παραδείγματα
The villain's motives in the movie were so predictable, he seemed like a cardboard character. 

Τα κίνητρα του κακού στην ταινία ήταν τόσο προβλέψιμα, που έμοιαζε με χαρακτήρα από χαρτόνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cardboard

card

+

board

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store