Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caramel
01
καραμέλα
a soft sweet made with cream, butter, and boiled sugar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caramels
02
καραμέλα, καμένη ζάχαρη
a sweet, golden-brown substance formed by heating and melting burnt sugar
Παραδείγματα
The aroma of freshly made caramel filled the kitchen, making everyone's mouth water.
Το άρωμα του φρεσκοφτιαγμένου καραμέλας γέμισε την κουζίνα, κάνοντας όλους να μουσκεύουν τα σάλια.
03
καραμέλα, χρώμα καραμέλας
a medium to dark tan color
caramel
01
καραμελένιος, μεσαίου κίτρινο-καφέ χρώματος
having the color of caramel; of a moderate yellow-brown
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most caramel
συγκριτικός βαθμός
more caramel
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
caramelize
caramel



























