carabiner
ca
ˌkæ
ra
bi
ˈbi:
bi
ner

Ορισμός και σημασία του "carabiner"στα αγγλικά

01

καραμπίνα, συνδετήρας

a metal clip used in activities like rock climbing to quickly and securely connect ropes and gear 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
carabiners
Παραδείγματα
The climber clipped the carabiner to his harness before scaling the cliff. 

Ο αναρριχητής έβαλε το καραμπίνι στη ζώνη του πριν ανέβει στον βράχο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store