caramel
ca
ˈkæ
ra
mel
məl
mēl
camelcaravel

Ορισμός και σημασία του "caramel"στα αγγλικά

01

καραμέλα

a soft sweet made with cream, butter, and boiled sugar 
caramel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
caramels
02

καραμέλα, καμένη ζάχαρη

a sweet, golden-brown substance formed by heating and melting burnt sugar 
caramel definition and meaning
Παραδείγματα
My son asked me to drizzle caramel sauce over his ice cream. 

Ο γιος μου μου ζήτησε να ρίξω σάλτσα καραμέλας πάνω από το παγωτό του.

03

καραμέλα, χρώμα καραμέλας

a medium to dark tan color 
01

καραμελένιος, μεσαίου κίτρινο-καφέ χρώματος

having the color of caramel; of a moderate yellow-brown 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most caramel
συγκριτικός βαθμός
more caramel
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
color, perception, food

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

caramelize
caramel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store