captive
cap
ˈkæp
kāp
tive
tɪv
tiv
adaptivemaladaptive

Ορισμός και σημασία του "captive"στα αγγλικά

01

αιχμάλωτος, σε αιχμαλωσία

confined or held prisoner, unable to escape 
captive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most captive
συγκριτικός βαθμός
more captive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt like a captive audience, unable to leave until the end of the boring presentation. 

Αισθάνθηκε σαν ένα αιχμάλωτο κοινό, ανίκανη να φύγει μέχρι το τέλος της βαρετής παρουσίασης.

02

γοητευτικός, προσελκυστικός

giving or marked by complete attention to 
01

αιχμάλωτος, φυλακισμένος

a person who is confined; especially a prisoner of war 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
captives
02

αιχμάλωτος, ζώο σε αιχμαλωσία

an animal that is confined 
03

αιχμάλωτος, φυλακισμένος

a person held in the grip of a strong emotion or passion 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store