Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
captive
01
αιχμάλωτος, σε αιχμαλωσία
confined or held prisoner, unable to escape
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most captive
συγκριτικός βαθμός
more captive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt like a captive audience, unable to leave until the end of the boring presentation.
Αισθάνθηκε σαν ένα αιχμάλωτο κοινό, ανίκανη να φύγει μέχρι το τέλος της βαρετής παρουσίασης.
02
γοητευτικός, προσελκυστικός
giving or marked by complete attention to
Captive
01
αιχμάλωτος, φυλακισμένος
a person who is confined; especially a prisoner of war
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
captives
02
αιχμάλωτος, ζώο σε αιχμαλωσία
an animal that is confined
03
αιχμάλωτος, φυλακισμένος
a person held in the grip of a strong emotion or passion
Λεξικό Δέντρο
captive
capt



























