adulatory
a
ˈæ
ā
du
djʊ
dyoo
la
ˌleɪ
lei
to
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "adulatory"στα αγγλικά

01

κολακευτικός, υπερβολικός στην έπαινο

excessive praise or admiration, often to the point of being insincere or overly flattering 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adulatory
συγκριτικός βαθμός
more adulatory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The adulatory reviews of the film raised expectations to an unrealistic level. 

Οι κολακευτικές κριτικές της ταινίας έθεσαν τις προσδοκίες σε ένα μη ρεαλιστικό επίπεδο.

Λεξικό Δέντρο

adulatory
adulate
adul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store