adroit
ad
ˈəd
ēd
roit
rɔɪt
royt
quoitoverexploit

Ορισμός και σημασία του "adroit"στα αγγλικά

01

επιδέξιος, έμπειρος

quick, skillful or adept in action or thought 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adroit
συγκριτικός βαθμός
more adroit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The adroit chess player quickly outmaneuvered his opponent with a clever strategy. 

Ο επιδέξιος παίκτης σκακιού ξεπέρασε γρήγορα τον αντίπαλό του με μια έξυπνη στρατηγική.

Λεξικό Δέντρο

adroitly
adroitness
adroit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store