Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adroit
01
επιδέξιος, έμπειρος
quick, skillful or adept in action or thought
Παραδείγματα
The adroit artist effortlessly captured the essence of her subjects in each portrait.
Η επιδέξια καλλιτέχνιδα κατέγραψε αβίαστα την ουσία των υποκειμένων της σε κάθε πορτραίτο.
Λεξικό Δέντρο
adroitly
adroitness
adroit



























