Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adrenocorticotrophic hormone
01
αδρενοκορτικοτροπική ορμόνη, κορτικοτροπίνη
a hormone secreted by the pituitary gland that stimulates the production and release of cortisol from the adrenal glands
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























