Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
capable
01
ικανός, αρμόδιος
having the ability or capacity to do something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most capable
συγκριτικός βαθμός
more capable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The software is capable of handling multiple tasks at once.
Το λογισμικό είναι ικανό να χειρίζεται πολλαπλές εργασίες ταυτόχρονα.
02
ικανός, ικανός
skilled and qualified to perform effectively
Παραδείγματα
The athlete is capable in performing at an elite level.
Ο αθλητής είναι ικανός να αποδώσει σε επίπεδο ελίτ.
03
ικανός, κατάλληλος
able to accept, permit, or endure something
Παραδείγματα
The bridge is capable of bearing substantial weight.
Η γέφυρα είναι ικανή να αντέχει σημαντικό βάρος.
04
ικανός, διατεθειμένος
having the temperament, disposition, or inclination for something
Παραδείγματα
She is capable of perseverance despite difficulties.
Είναι ικανή για επιμονή παρά τις δυσκολίες.
Λεξικό Δέντρο
capability
capableness
capably
capable



























