Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adoringly
01
λατρευτικά, με λατρεία
in a way that shows deep love, admiration, or devotion
γραμματικές πληροφορίες
Λεξικό Δέντρο
adoringly
adoring
adore
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
λατρευτικά, με λατρεία
Λεξικό Δέντρο