adoring
a
ə
ē
do
ˈdɔ
daw
ring
rɪng
ring
/ɐdˈɔːɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "adoring"στα αγγλικά

01

λατρευτικός, θαυμαστικός

showing very strong, often excessive, love or admiration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adoring
συγκριτικός βαθμός
more adoring
διαβαθμίσιμο
02

λατρευτικός, θαυμαστικός

showing adoration

Λεξικό Δέντρο

adoringly
adoring
adore
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store