to canoodle
ca
noodle
ˈnu:dl
noodl
caboodle

Ορισμός και σημασία του "canoodle"στα αγγλικά

to canoodle
01

αγκαλιάζομαι, φιλιάζομαι

to engage in affectionate and intimate behavior, such as hugging, kissing, or cuddling 
Intransitive
to canoodle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
canoodle
γ΄ ενικό πρόσωπο
canoodles
ενεστώτα μετοχή
canoodling
απλός αόριστος
canoodled
παθητική μετοχή
canoodled
Παραδείγματα
The couple enjoyed a quiet evening canoodling on the couch. 

Το ζευγάρι απολάμβανε μια ήσυχη βραδιά αγκαλιάζοντας στον καναπέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store