Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to canoodle
01
αγκαλιάζομαι, φιλιάζομαι
to engage in affectionate and intimate behavior, such as hugging, kissing, or cuddling
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
canoodle
γ΄ ενικό πρόσωπο
canoodles
ενεστώτα μετοχή
canoodling
απλός αόριστος
canoodled
παθητική μετοχή
canoodled
Παραδείγματα
The couple enjoyed a quiet evening canoodling on the couch.
Το ζευγάρι απολάμβανε μια ήσυχη βραδιά αγκαλιάζοντας στον καναπέ.



























