candid
can
ˈkæn
kān
did
dɪd
did
candiedcanid

Ορισμός και σημασία του "candid"στα αγγλικά

01

ειλικρινής, ανοιχτός

open and direct about one's true feelings or intentions 
candid definition and meaning
Παραδείγματα
She appreciated his candid feedback, which helped her understand her strengths and weaknesses. 

Εκτίμησε την ειλικρινή του ανατροφοδότηση, που τη βοήθησε να κατανοήσει τα δυνατά και αδύνατα σημεία της.

02

ειλικρινής, ειλικρινής

speaking or behaving in a clear, honest, and direct manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most candid
συγκριτικός βαθμός
more candid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The candid feedback from the boss helped the employee to identify areas for improvement. 

Η ειλικρινής ανατροφοδότηση από το αφεντικό βοήθησε τον υπάλληλο να εντοπίσει περιοχές βελτίωσης.

03

φυσικός, αυθόρμητος

informal or natural; especially caught off guard or unprepared 

Λεξικό Δέντρο

candidacy
candidly
candidness
candid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store