calorie
ca
ˈkæ
lo
rie
ri
ri
gallery
cal

Ορισμός και σημασία του "calorie"στα αγγλικά

01

θερμίδα

the unit used to measure the amount of energy that a food produces 
calorie definition and meaning
Παραδείγματα
Consuming more calories than your body needs can lead to weight gain over time. 

Η κατανάλωση περισσότερων θερμίδων από όσες χρειάζεται το σώμα σας μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση βάρους με το πέρασμα του χρόνου.

02

θερμίδα, μονάδα θερμότητας που ορίζεται ως η ποσότητα θερμότητας που απαιτείται για να αυξηθεί η θερμοκρασία 1 γραμμαρίου νερού κατά 1 βαθμό Κελσίου υπό ατμοσφαιρική πίεση

unit of heat defined as the quantity of heat required to raise the temperature of 1 gram of water by 1 degree centigrade at atmospheric pressure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
calories

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store