Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
admirably
01
αξιοθαύμαστα, με αξιοθαύμαστο τρόπο
in a way that deserves approval, respect, or praise
Παραδείγματα
The athlete behaved admirably in defeat, congratulating the winner sincerely.
Ο αθλητής συμπεριφέρθηκε αξιοθαύμαστα στην ήττα, συγχαίροντας τον νικητή ειλικρινά.
Λεξικό Δέντρο
admirably
admirable
admire



























