Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
callow
01
άπειρος, ανώριμος
(of a person) young and behaving in a manner that displays one's inexperience or immaturity
Παραδείγματα
The team ’s callow tactics were easily outmaneuvered by their opponents.
Οι άπειρες τακτικές της ομάδας ξεπεράστηκαν εύκολα από τους αντιπάλους τους.
Λεξικό Δέντρο
callowness
callow



























