Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adjudicate
01
αποφασίζω, διαιτητεύω
to make a formal decision or judgment about who is right in an argument or dispute
Transitive: to adjudicate a case
Παραδείγματα
The judge will adjudicate the case and determine the appropriate legal resolution.
Ο δικαστής θα αποφασίσει την υπόθεση και θα καθορίσει την κατάλληλη νομική επίλυση.
02
διαιτητεύω, επιλύω
to end or resolve a situation, especially a dispute
Transitive: to adjudicate a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adjudicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
adjudicates
ενεστώτα μετοχή
adjudicating
απλός αόριστος
adjudicated
παθητική μετοχή
adjudicated
Παραδείγματα
The referee was asked to adjudicate the disputed goal during the match.
Ζητήθηκε από τον διαιτητή να αποφασίσει για το αμφισβητούμενο γκολ κατά τη διάρκεια του αγώνα.
Λεξικό Δέντρο
adjudication
adjudicative
adjudicator
adjudicate
adjudic



























