Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adjoin
01
συνορεύω με, εφάπτομαι σε
to share a common boundary with something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
adjoin
γ΄ ενικό πρόσωπο
adjoins
ενεστώτα μετοχή
adjoining
απλός αόριστος
adjoined
παθητική μετοχή
adjoined
Παραδείγματα
Her studio adjoins the main house, separated only by a glass corridor.
Το στούντιο της συνορεύει με το κύριο σπίτι, χωρισμένο μόνο από έναν γυάλινο διάδρομο.
02
προσθέτω, ενώνω
to add one thing directly onto another
Παραδείγματα
Engineers adjoined a new control module to the assembly line.
Οι μηχανικοί προσάρμοσαν μια νέα μονάδα ελέγχου στη γραμμή συναρμολόγησης.
03
εφάπτομαι, γειτονεύω
to meet in direct physical contact
Παραδείγματα
The stained-glass pieces adjoin tightly to form a seamless pattern.
Τα κομμάτια του βιτρό εφάπτονται σφιχτά για να σχηματίσουν ένα απρόσκοπτο μοτίβο.



























