Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adjoin
01
συνορεύω με, εφάπτομαι σε
to share a common boundary with something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
adjoin
γ΄ ενικό πρόσωπο
adjoins
ενεστώτα μετοχή
adjoining
απλός αόριστος
adjoined
παθητική μετοχή
adjoined
Παραδείγματα
The garden adjoins a protected wetland along the brook.
Ο κήπος συνορεύει με μια προστατευόμενη υγροβιότοπο κατά μήκος του ρυακιού.
02
προσθέτω, ενώνω
to add one thing directly onto another
Παραδείγματα
The homeowners adjoined a sunroom to the rear of their house.
Οι ιδιοκτήτες προσέθηκαν ένα ηλιόλουστο δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού τους.
03
εφάπτομαι, γειτονεύω
to meet in direct physical contact
Παραδείγματα
In the model, the two panels adjoin perfectly along the seam.
Στο μοντέλο, τα δύο πάνελ εφάπτονται τέλεια κατά μήκος της ραφής.



























