cajole
ca
κα
jole
ˈʤoʊl
τζουλ
/kɐd‍ʒˈə‍ʊl/

Ορισμός και σημασία του "cajole"στα αγγλικά

to cajole
01

κολακεύω, πείθω με κολακείες

to persuade someone to do something through insincere praises, promises, etc. often in a persistent manner
to cajole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cajole
γ΄ ενικό πρόσωπο
cajoles
ενεστώτα μετοχή
cajoling
απλός αόριστος
cajoled
παθητική μετοχή
cajoled
Παραδείγματα
She successfully cajoled her parents into letting her stay out later by emphasizing responsible behavior.
Κατάφερε να πείσει τους γονείς της να την αφήσουν να μείνει έξω αργότερα τόνιζοντας την υπεύθυνη συμπεριφορά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store