to cajole
ca
jole
ˈʤəʊl
jewl
parolepatrolstrollunroll

Ορισμός και σημασία του "cajole"στα αγγλικά

to cajole
01

κολακεύω, πείθω με κολακείες

to persuade someone to do something through insincere praises, promises, etc. often in a persistent manner 
to cajole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cajole
γ΄ ενικό πρόσωπο
cajoles
ενεστώτα μετοχή
cajoling
απλός αόριστος
cajoled
παθητική μετοχή
cajoled
Παραδείγματα
She tried to cajole her friend into joining her for the weekend getaway with promises of a relaxing time. 

Προσπάθησε να πείσει τον φίλο της να ενωθεί μαζί της για το σαββατοκύριακο με υποσχέσεις για μια χαλαρωτική στιγμή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store