Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cajole
01
κολακεύω, πείθω με κολακείες
to persuade someone to do something through insincere praises, promises, etc. often in a persistent manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cajole
γ΄ ενικό πρόσωπο
cajoles
ενεστώτα μετοχή
cajoling
απλός αόριστος
cajoled
παθητική μετοχή
cajoled
Παραδείγματα
She tried to cajole her friend into joining her for the weekend getaway with promises of a relaxing time.
Προσπάθησε να πείσει τον φίλο της να ενωθεί μαζί της για το σαββατοκύριακο με υποσχέσεις για μια χαλαρωτική στιγμή.



























