Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cajole
01
κολακεύω, πείθω με κολακείες
to persuade someone to do something through insincere praises, promises, etc. often in a persistent manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cajole
γ΄ ενικό πρόσωπο
cajoles
ενεστώτα μετοχή
cajoling
απλός αόριστος
cajoled
παθητική μετοχή
cajoled
Παραδείγματα
She successfully cajoled her parents into letting her stay out later by emphasizing responsible behavior.
Κατάφερε να πείσει τους γονείς της να την αφήσουν να μείνει έξω αργότερα τόνιζοντας την υπεύθυνη συμπεριφορά.



























