cabin
ca
ˈkæ
bin
bɪn
bin

Ορισμός και σημασία του "cabin"στα αγγλικά

01

καλύβα, καμπίνα

a small wooden house or shelter built in a forest or the mountains 
cabin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cabins
Παραδείγματα
Hikers sought refuge in the remote cabin during a sudden snowstorm, huddling around the fireplace for warmth. 

Οι πεζοπόροι αναζήτησαν καταφύγιο στο απομονωμένο καλύβι κατά τη διάρκεια ενός ξαφνικού χιονοθύελλας, μαζευόμενοι γύρω από το τζάκι για ζεστασιά.

02

καμπίνα, χώρος επιβατών

the area where passengers sit in an airplane 
cabin definition and meaning
Παραδείγματα
The cabin of the airplane was spacious, with overhead bins for luggage. 

Η καμπίνα του αεροπλάνου ήταν ευρύχωρη, με ντουλαπάκια αποσκευών πάνω.

03

καμπίνα, καγκετάκι

a small private room on a ship or boat used for sleeping 
Παραδείγματα
The passengers settled into their cabin for the overnight voyage. 

Οι επιβάτες εγκαταστάθηκαν στην καμπίνα τους για το νυχτερινό ταξίδι.

04

καμπίνα, θάλαμος χειριστή

the enclosed area of a vehicle or machine where the operator works or controls it 
Παραδείγματα
The operator sat in the cabin, controlling the machine. 

Ο χειριστής κάθισε στην καμπίνα, ελέγχοντας το μηχάνημα.

to cabin
01

κλειδώνω, περιορίζω

to confine or restrict someone or something within a small space, such as a cabin 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cabin
γ΄ ενικό πρόσωπο
cabins
ενεστώτα μετοχή
cabining
απλός αόριστος
cabined
παθητική μετοχή
cabined
Παραδείγματα
The crew was cabined in the ship's quarters during the storm. 

Το πλήρωμα φιλοξενήθηκε σε καμπίνες στα καταλύματα του πλοίου κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store