cabin
ca
ˈkæ
και
bin
bɪn
μπιν
/ˈkæbɪn/

Ορισμός και σημασία του "cabin"στα αγγλικά

01

καλύβα, καμπίνα

a small wooden house or shelter built in a forest or the mountains
cabin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cabins
Παραδείγματα
The secluded cabin provided a quiet sanctuary for writers and artists seeking inspiration in nature's beauty.
Το απομονωμένο καλύβι προσέφερε ένα ήσυχο καταφύγιο για συγγραφείς και καλλιτέχνες που αναζητούσαν έμπνευση στην ομορφιά της φύσης.
02

καμπίνα, χώρος επιβατών

the area where passengers sit in an airplane
cabin definition and meaning
Παραδείγματα
He found his seat in the front of the cabin.
Βρήκε τη θέση του στο μπροστινό μέρος της καμπίνας.
03

καμπίνα, καγκετάκι

a small private room on a ship or boat used for sleeping
Παραδείγματα
The cabin was cozy, with two bunks and a wardrobe.
Το καμπίν ήταν ζεστό, με δύο κουκέτες και μια ντουλάπα.
04

καμπίνα, θάλαμος χειριστή

the enclosed area of a vehicle or machine where the operator works or controls it
Παραδείγματα
The technician worked from the cabin of the crane.
Ο τεχνικός εργάστηκε από την καμπίνα του γερανού.
to cabin
01

κλειδώνω, περιορίζω

to confine or restrict someone or something within a small space, such as a cabin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cabin
γ΄ ενικό πρόσωπο
cabins
ενεστώτα μετοχή
cabining
απλός αόριστος
cabined
παθητική μετοχή
cabined
Παραδείγματα
The prisoners were cabined in separate cells.
Οι κρατούμενοι ήταν καμπιν σε ξεχωριστά κελιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store