bystander
bys
ˈbaɪs
bais
tan
tæn
tān
der

Ορισμός και σημασία του "bystander"στα αγγλικά

01

παρατηρητής, μάρτυρας

a person who is present at an event or incident but does not take part in it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bystanders
Παραδείγματα
The bystander watched the accident unfold but did not intervene. 

Ο παρατηρητής παρακολούθησε το ατύχημα να ξετυλίγεται αλλά δεν παρενέβη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store