bystander
Pronunciation
/ˈbaɪˌstændɝ/

Ορισμός και σημασία του "bystander"στα αγγλικά

01

παρατηρητής, μάρτυρας

a person who is present at an event or incident but does not take part in it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bystanders
Παραδείγματα
The incident went viral after a bystander captured it on their phone.
Το περιστατικό έγινε viral αφού ένας παρατηρητής το κατέγραψε στο τηλέφωνό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store