businessperson
Pronunciation
/ˈbɪznəˈspɝsən/
business person

Ορισμός και σημασία του "businessperson"στα αγγλικά

Businessperson
01

επιχειρηματίας, άντρας/γυναίκα επιχειρήσεων

someone who works in business, especially at a high level
businessperson definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
businesspeople
Παραδείγματα
She was named the most influential businessperson of the year.
Ονομάστηκε η πιο επιδραστική επιχειρηματίας της χρονιάς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store