burglary
burg
ˈbɜ:g
bēg
la
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "burglary"στα αγγλικά

01

διαρρήξεις, κλοπή

the crime of entering a building to commit illegal activities such as stealing, damaging property, etc. 
burglary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
burglaries
Παραδείγματα
Burglary rates tend to increase during the holiday season as thieves target empty homes. 

Οι ρυθμοί διαρρήξεων τείνουν να αυξάνονται κατά τη διάρκεια των διακοπών, καθώς οι κλέφτες στοχεύουν σε άδεια σπίτια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store