burglar
Pronunciation
/ˈbɜːrɡlər/

Ορισμός και σημασία του "burglar"στα αγγλικά

01

κλέφτης, διαρρήκτης

someone who illegally enters a place in order to steal something
burglar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
burglars
Παραδείγματα
The burglar was caught on surveillance cameras, making it easy for the police to identify and arrest him.
Ο κλέφτης πιάστηκε στις κάμερες παρακολούθησης, κάνοντας εύκολο για την αστυνομία να τον αναγνωρίσει και να τον συλλάβει.

Λεξικό Δέντρο

burglarious
burglarize
burglar
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store