Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Burglar
01
κλέφτης, διαρρήκτης
someone who illegally enters a place in order to steal something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
burglars
Παραδείγματα
The burglar was caught on surveillance cameras, making it easy for the police to identify and arrest him.
Ο κλέφτης πιάστηκε στις κάμερες παρακολούθησης, κάνοντας εύκολο για την αστυνομία να τον αναγνωρίσει και να τον συλλάβει.
Λεξικό Δέντρο
burglarious
burglarize
burglar



























