Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burgeon
01
ακμάζω, αναπτύσσομαι γρήγορα
to have a rapid development or growth
Intransitive
Formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
burgeon
γ΄ ενικό πρόσωπο
burgeons
ενεστώτα μετοχή
burgeoning
απλός αόριστος
burgeoned
παθητική μετοχή
burgeoned
Παραδείγματα
The startup company burgeoned quickly, attracting investors and expanding its market share.
Η startup εταιρεία ανθίσει γρήγορα, προσελκύοντας επενδυτές και επεκτείνοντας το μερίδιο αγοράς της.



























