Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burgeon
01
ακμάζω, αναπτύσσομαι γρήγορα
to have a rapid development or growth
Intransitive
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
burgeon
γ΄ ενικό πρόσωπο
burgeons
ενεστώτα μετοχή
burgeoning
απλός αόριστος
burgeoned
παθητική μετοχή
burgeoned
Παραδείγματα
The tech industry continues to burgeon with the introduction of innovative products.
Η βιομηχανία της τεχνολογίας συνεχίζει να ακμάζει με την εισαγωγή καινοτόμων προϊόντων.



























