to burgeon
bur
ˈbɜ:
geon
ʤən
jēn
bourgeon

Ορισμός και σημασία του "burgeon"στα αγγλικά

to burgeon
01

ακμάζω, αναπτύσσομαι γρήγορα

to have a rapid development or growth 
Intransitive
to burgeon definition and meaning
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
burgeon
γ΄ ενικό πρόσωπο
burgeons
ενεστώτα μετοχή
burgeoning
απλός αόριστος
burgeoned
παθητική μετοχή
burgeoned
Παραδείγματα
The tech industry continues to burgeon with the introduction of innovative products. 

Η βιομηχανία της τεχνολογίας συνεχίζει να ακμάζει με την εισαγωγή καινοτόμων προϊόντων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store